'πιόντος

ἀπιόντος , ἄπειμι 1
sum
pres part act masc/neut gen sg (doric)
ἀπιόντος , ἄπειμι 2
ibo
pres part act masc/neut gen sg
ἐπιόντος , ἔπειμι 1
sum
pres part act masc/neut gen sg (doric)
ἐπϊόντος , ἔπειμι 1
sum
pres part act masc/neut gen sg
ἐπιόντος , ἔπειμι 2
ibo
pres part act masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πιόντος — πίνω Aër. aor part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηπτός — ὁ, Α [σκήπτω] 1. κεραυνός («βροντῆς γενομένης σκηπτὸς πεσεῑν εἰς τὴν οἰκίαν», Ξεν.) 2. μτφ. α) καταιγίδα β) ανεμοστρόβιλος γ) πολεμική επιδρομή («σκηπτοῡ πιόντος πολεμίων», Ευρ.) δ) είδος παρασίτου 3. φρ. α) «σκηπτὸς λοιμοῡ» λοιμός που ενσκήπτει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.